Θήρᾳ

Θήρᾳ
Θήρᾱͅ , Θήρα
from Thera
fem dat sg (attic doric aeolic)
Θήρᾱͅ , Θήρη
hunting of wild beasts
fem dat sg (attic doric aeolic)
Θήρᾱͅ , Θήρης
masc dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Θήρα — Θήρᾱ , Θήρα from Thera fem nom/voc/acc dual Θήρᾱ , Θήρα from Thera fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Θήρᾱ , Θήρη hunting of wild beasts fem nom/voc/acc dual Θήρᾱ , Θήρη hunting of wild beasts fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Θήρᾱ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θήρα — θήρᾱ , θήρα from Thera fem nom/voc/acc dual θήρᾱ , θήρα from Thera fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) θήρᾱ , θηράω hunt pres imperat act 2nd sg θήρᾱ , θηράω hunt imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θήρᾳ — θήρᾱͅ , θήρα from Thera fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θήρα — I Νησί των Κυκλάδων. Βλ. λ. Σαντορίνη. Άποψη του γραφικού οικισμού Θήρα, με την πανοραμική θέα, στο ομώνυμο νησί των Κυκλάδων. II Κωμόπολη (υψόμ. 260 μ., 2.113 κάτ.) και πρωτεύουσα της Σαντορίνης. Είναι χτισμένη στα δυτικά παράλια του νησιού,… …   Dictionary of Greek

  • Θήρα — Sp Tyrà Ap Θήρα/Thira Sp Terà Ap Θήρα/Thēra Sp Santorinas Ap Θήρα/Thira L s. ir mst. Kikladų ss., Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • θήρα — η κυνήγι: Απαγορεύτηκε η θήρα του λαγού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Θήρα — Théra Cette page d’homonymie répertorie les différents sujets et articles partageant un même nom. Théra peut désigner : Théra, une île de Grèce aussi appelée Santorin de même que l archipel qu elle constitue avec quelques îles ; le dème …   Wikipédia en Français

  • Θήρα — η το νησί των Κυκλάδων Σαντορίνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θηρᾶ — θηράω hunt pres subj act 1st sg (doric aeolic) θηράω hunt pres ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρᾷ — θηράω hunt pres subj mp 2nd sg θηράω hunt pres ind mp 2nd sg (epic) θηράω hunt pres subj act 3rd sg θηράω hunt pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”